καταπραύνει

καταπραύνει
καταπραύ̱νει , καταπραύνω
soften
aor subj act 3rd sg (epic)
καταπραύ̱νει , καταπραύνω
soften
pres ind mp 2nd sg
καταπραύ̱νει , καταπραύνω
soften
pres ind act 3rd sg
καταπρᾱύ̱νει , καταπραύνω
soften
aor subj act 3rd sg (epic)
καταπρᾱύ̱νει , καταπραύνω
soften
pres ind mp 2nd sg
καταπρᾱύ̱νει , καταπραύνω
soften
pres ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • καταπραυνεῖ — καταπραύνω soften fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) καταπραύνω soften fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) καταπρᾱυνεῖ , καταπραύνω soften fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) καταπρᾱυνεῖ , καταπραύνω soften fut ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κυματολήγη — Κυματολήγη, ἡ (Α) (όν. Νηρηίδας) αυτή που καταπραΰνει, που καταπαύει τα κύματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, α τ ος + λήγη (< λήγω)] …   Dictionary of Greek

  • άχολος — Επώνυμο οικογένειας αγωνιστών του 1821. 1. Παναγιώτης. Καταγόταν από τον Πύργο της Ηλείας και προερχόταν από οικογένεια δημογερόντων. Πολέμησε, ως καπετάνιος, στο Μεσολόγγι και ακολούθησε τον Νικηταρά σε πολλές μάχες. Αντιμετώπισε τους Αιγυπτίους …   Dictionary of Greek

  • έλκος — Περιορισμένη απώλεια ιστού με μικρή τάση προς επούλωση· ο όρος έ. χρησιμοποιείται κυρίως σε βλάβες του δέρματος και των βλεννογόνων (π.χ. γαστροδωδεκαδακτυλικό έ.). Έ. του δέρματος μπορεί να συνοδεύουν διαβήτη, καρδιοπάθειες, νεφροπάθειες,… …   Dictionary of Greek

  • ακατασίγητος — η, ο [κατασιγώ] 1. αυτός που δεν σωπαίνει 2. εκείνος, τον οποίο δεν μπορεί κανείς να κατασιγάσει, να καταπραΰνει …   Dictionary of Greek

  • ακεστήρ — ἀκεστὴρ ( ῆρος), ο (Α) 1. θεραπευτής, γιατρός 2. αυτός που καταπραΰνει, που δαμάζει «ἀκεστήρα χαλινὸν» (Σοφ. Οιδ. Κολ. 714). [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκέομαι. ΠΑΡ. αρχ. ἀκεστήριον, ἀκεστήριος, ἀκεστρίς] …   Dictionary of Greek

  • ακεσώδυνος — ἀκεσώδυνος, ον (Α) αυτός που καταπραΰνει τους πόνους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκέομαι + ώδυνος < ὀδυνη] …   Dictionary of Greek

  • αναλγικός — ή, ό αυτός που καταπραΰνει τον πόνο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + αλγικός. Ο τ. αναλγικόν μαρτυρείται από το 1889 στον Ιωάννη Πύρλα, ιατροφιλόσοφο] …   Dictionary of Greek

  • αντιαλγικός — ή, ό αυτός που καταπραΰνει το άλγος, ο παυσίπονος …   Dictionary of Greek

  • αντιβηχικός — ή, ό (φάρμακο) που θεραπεύει ή καταπραΰνει τον βήχα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι * + βήξ ( χός). Η λ. μαρτυρείται από το 1886 στην εφημερίδα Ώρα] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”